εταιρίς

ἑταιρίς, ἡ (Α) [εταίρα]
η εταίρα («εἰσήγαγε τὰς ἑταιρίδας καὶ ἐκάθιζε παρ' ἑκάστῳ», Ξεν.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑταιρίς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιρίδα — ἑταιρίς fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιρίδας — ἑταιρίς fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιρίδες — ἑταιρίς fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιρίδι — ἑταιρίς fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιρίδος — ἑταιρίς fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιρίδων — ἑταιρίς fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιρίσι — ἑταιρίς fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιρίσιν — ἑταιρίς fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιρίδ' — ἑταιρίδα , ἑταιρίς fem acc sg ἑταιρίδι , ἑταιρίς fem dat sg ἑταιρίδε , ἑταιρίς fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.